ευπρόσοδος

-η, -ο (ΑΜ εὐπρόσοδος, -ον)
(για τόπους) αυτός προς τον οποίο είναι εύκολη η πρόσβαση, ο ευπρόσιτος
αρχ.
1. (για πρόσ.) ευπρόσιτος, ευπροσήγορος, καταδεκτικός
2. ενεργ. αυτός που πλησιάζει εύκολα, ο ευάγωγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρόσ-οδος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐπρόσοδος — accessible masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροσοδώτερον — εὐπρόσοδος accessible masc acc comp sg εὐπρόσοδος accessible neut nom/voc/acc comp sg εὐπρόσοδος accessible adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροσοδώτατα — εὐπρόσοδος accessible adverbial superl εὐπρόσοδος accessible neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροσοδώτατον — εὐπρόσοδος accessible masc acc superl sg εὐπρόσοδος accessible neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροσόδως — εὐπρόσοδος accessible adverbial εὐπρόσοδος accessible masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπρόσοδον — εὐπρόσοδος accessible masc/fem acc sg εὐπρόσοδος accessible neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροσοδωτάτοις — εὐπρόσοδος accessible masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροσοδώτατος — εὐπρόσοδος accessible masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροσόδους — εὐπρόσοδος accessible masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπροσόδων — εὐπρόσοδος accessible masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.